Οι εφημερίδες έγραψαν: «Στελέχη του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος εντόπισαν συνολικά 17 περιπτώσεις νέων, οι οποίοι δήλωσαν διαδικτυακά την πρόθεσή τους να αυτοκτονήσουν κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου». Οι γονείς τρέμουν στη σκέψη ότι τα παιδιά τους «σερφάρουν» ανεξέλεγκτα στο Ιντερνετ ακριβώς επειδή, εκτός από την παιδική πορνογραφία, οργιάζουν και οι κύκλοι ομαδικών αυτοκτονιών. Οπως όμως εύστοχα επισημαίνει ο Κ. Ονισένκο, «το Διαδίκτυο... αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τις Αρχές, οι οποίες εργάζονται προκειμένου να εντοπίσουν τους επίδοξους αυτόχειρες».
Η ιστορία αυτή ίσως να μη μας λέει πολλά για το μέγεθος της απελπισίας που βασανίζει τα νέα παιδιά σήμερα – ίσως όχι μόνον σήμερα, απλώς, στις μέρες μας, ακριβώς λόγω του Διαδικτύου, οι αυτοκτονικές τάσεις πολλών εφήβων φανερώνονται πιο εύκολα. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη υπόθεση μας λέει, νομίζω, περισσότερα για τη δυναμική του ίδιου του Διαδικτύου: πώς ο ταχύτατος και αμεσότατος αυτός επικοινωνιακός μηχανισμός σπρώχνει κόσμο στο θάνατο (ή στην πορνεία ή στο φόνο) ή πώς μπορεί ένα τμήμα αυτού του κόσμου να σωθεί.
Ειδικά στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει ότι μιλάμε για μια νέα πραγματικότητα. Μετά το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου», ακούστηκαν όλες μαζί οι παράφωνες κορόνες της καταστροφολογίας για το μέλλον του Τύπου, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά παντού στον κόσμο. Ως ένα βαθμό, δικαιολογημένα. Διότι, εν μέσω μιας οξύτατης οικονομικής κρίσης, ο Τύπος έχει να αντιμετωπίσει τη δική του κρίση: μετά το Διαδίκτυο, ποιος ο ρόλος ή και το νόημα μιας εφημερίδας; Οι κυκλοφορίες έχουν πάρει την κατιούσα, το ίδιο το προϊόν «εφημερίδα» έχει υποβαθμιστεί από τις προσφορές και τα δώρα. Το τι θα γίνει δεν μένει παρά να περιμένουμε να το δούμε. Η φωτογραφία δεν αντικατέστησε τη ζωγραφική, ούτε το σινεμά το θέατρο – κι ούτε η τηλεόραση το σινεμά. Ακόμα και το ραδιόφωνο είναι εδώ. Ναι, σαφώς, οι ρόλοι άλλαξαν, σημασίες άλλαξαν επίσης, κυρίως προτεραιότητες. Ισως όντως τελικά αλλάξει το μέσον – η εφημερίδα και το βιβλίο ως έχουν να αποτελέσουν παρελθόν.
Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του Τσαρλς Μπόουντεν στο περιοδικό Vanity Fair Μαΐου, με θέμα τον τωρινό εκδότη και ιδιοκτήτη των New York Times, Αρθουρ Οχς Σουλτζμπέργκερ, αναφέρεται ότι ο τελευταίος βρίσκεται σε δεινή θέση εξαιτίας μιας σειράς λανθασμένων αποφάσεων και εκτιμήσεων. Μία από αυτές τις λάθος εκτιμήσεις του Σουλτζμπέργκερ αφορούσε στον τεράστιο ρόλο που παίζει το Διαδίκτυο σε σχέση με τον Τύπο. Για τον Μπόουντεν, ο Σουλτζμπέργκερ, ένας καλός, εργατικός διαχειριστής που αγαπάει τη δημοσιογραφία, αλλά όχι οραματιστής ή διορατικός άνθρωπος, έχει το εξής μειονέκτημα: αδυναμία προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε το παγόβουνο ή η αμέλεια του καπετάνιου, γράφει ο Μπόουντεν, ο «Τιτανικός» και πάλι θα βυθιζόταν – διότι προ των πυλών βρισκόταν ήδη το αεροπλάνο. Φυσικά, δεν χρειάστηκε να βυθιστούν όλα τα πλοία. Αν ένας ογκόλιθος όπως οι New York Times κινδυνεύει να γίνει «Τιτανικός», τι να πούμε εμείς, οι υπόλοιποι; Δεν υπάρχει παρά μόνον μία επιλογή: να νοσταλγήσουμε το μέλλον – γράφοντας έγκυρα, γράφοντας καλά.

