Πέμπτη, 09 Ιουλίου 2009

Αναγκαίο το πάγωμα των μισθών στον βρετανικό δημόσιο τομέα που βουλιάζει

Πού είναι το υπουργείο Οικονομικών τώρα που το χρειαζόμαστε; Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έγραφα αυτήν την πρόταση, αλλά η Βρετανία είναι έτοιμη να γίνει μάρτυρας ενός άγριου καβγά πάνω από το σώμα του υπουργείου. Ξεχάστε τη δικαιοσύνη, τη συγκρισιμότητα και την κοινωνική αλληλεγγύη. Οι δύο δεκαετίες που η κυβέρνηση καταχρώνταν τον ήθος του δημόσιου τομέα μάς έχουν φέρει σε μία κατάσταση όπου «ο σώζων ευατόν σωθήτω». Ποιος μπορεί να ελπίζει ότι το υπουργείο θα έχει τη δύναμη να επιβάλει περικοπές στους μισθούς του Δημοσίου;

Ο δημόσιος τομέας βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μόνιμο καθεστώς έλλειψης χρημάτων και εισόδου σε ύφεση. Τα έσοδα θα μειώνονται και οι υποχρεώσεις θα αυξάνονται. Δεν περνάει μέρα δίχως να ακούσουμε είδηση για κάποια καταστροφή στο μέτωπο της δημόσιας ασφάλισης, στην αστυνομία, τα ταχυδρομεία ή το BBC. Το να υποστηρίξει κανείς κάτι διαφορετικό είναι σαν να αρνείται το πρόβλημα του έιτζ ή της κλιματικής αλλαγής. Και όμως, μόνο ο Γκόρντον Μπράουν αρνείται την ανάγκη περιορισμού των δαπανών.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ αγωνίστηκε στις πρώτες της εκλογές το 1979 σε ένα περιβάλλον σκληρού δημοσιονομικού περιορισμού μετά την κρίση του ΔΝΤ το 1976. Εδωσε μία απερίσκεπτη υπόσχεση να τιμήσει τη συμφωνία αύξησης των μισθών του Δημοσίου που έκανε ο Κλεγκ, η οποία εκτίναξε τον πληθωρισμό. Το βάρος αυτής της απόφασης, όπως αργότερα παραδέχθηκε, ήταν καταστροφικό. Οπως είπε, ήταν «εκλογικά εγκλωβισμένη».

Τότε, όπως και τώρα, ενώ οι εργαζόμενοι απολύονταν στην ιδιωτική βιομηχανία, η ουρά του δημόσιου τομέα κινούσε τον πολιτικό σκύλο. Οπως με τη Θάτσερ, τα ίδια και με τον Αλιστερ Ντάρλινγκ, τον Γκόρντον Μπράουν και τον Ντέιβιντ Κάμερον: η ανεργία μπορεί να αυξηθεί κατά βούληση αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν πρέπει να πληγούν από αυτό. Ετσι, τη Δευτέρα οι πολιτικοί ηγέτες απέρριψαν γρήγορα το πάγωμα των αμοιβών του δημόσιου τομέα που πρότεινε ο επικεφαλής της Ελεγκτικής Επιτροπής, Στιβ Μπάντρεντ. Ο Μπράουν διαβεβαίωσε τα συνδικάτα ότι θα εμμείνει στις υπάρχουσες τριετείς μισθολογικές αυξήσεις. Ο Κάμερον επανέλαβε τη δέσμευση της Θάτσερ για υποστήριξη της κυριαρχίας των ανεξάρτητων σωμάτων αναθεώρησης των μισθών. Οπως και η Θάτσερ, μπορεί κάποτε να μετανιώσει τη μέρα που αισθάνθηκε «εγκλωβισμένος».

Ο Μπάντρεντ, με μακρά σταδιοδρομία στην τοπική αυτοδιοίκηση ως (Εργατικός) πολιτικός και στέλεχος, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως ένας αμέτοχος τσιγκούνης. Επισήμανε ότι από όλες τις περικοπές που εξετάζονται, μεταξύ των λιγότερο βλαβερών για τις υπηρεσίες είναι το μονοετές πάγωμα των αμοιβών του δημόσιου τομέα, που προσφάτως βρίσκεται σε αυξανόμενη τροχιά. Θα μπορούσε επίσης να είχε προσθέσει ότι πολλές από αυτές τις ομάδες απολαμβάνουν διάφορα ακόμη οφέλη, όπως συλλογικές διαπραγματεύσεις για την αύξηση των μισθών, μη υποχρεωτικούς όρους απόλυσης, γενναιόδωρη αναρρωτική άδεια και ανεπηρέαστες από τον πληθωρισμό συντάξεις. Ακόμα και σε περιπτώσεις ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών, τα συνδικάτα έχουν την τάση να διαπραγματεύονται τη διατήρηση των όρων και προϋποθέσεών του δημόσιου τομέα.

«Απορρίψτε την ιδέα ότι οι δαπάνες για την υγεία και την παιδεία πρέπει να προστατεύονται», τονίζει με τόλμη ο Μπάντρεντ. «Μην πιστεύετε τους δημαγωγούς που θα σας πουν ότι οι γιαγιάδες θα πεθάνουν και τα παιδιά θα πεινάσουν αν δεν περιοριστούν οι δαπάνες. Δεν θα πάθουν τίποτα, οι περικοπές είναι αναπόφευκτες και απόλυτα διαχειρίσιμες».

Παρόλο που τα συνδικάτα του Δημοσίου δεν κατέχουν τη δύναμη που είχαν στο παρελθόν, έχουν αντικατασταθεί από κάτι εξίσου ισχυρό: τα μέλη τους. Περίπου 6 εκατ. εργαζομένων στο Δημόσιο αντιπροσωπεύουν όλο και περισσότερους αναποφάσιστους ψηφοφόρους, και οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι έχουν επιρροή. Γι’ αυτόν τον λόγο, και όχι για τα συνδικάτα, οι πολιτικοί αποφεύγουν κάθε πάγωμα των μισθών.

Παρά το γεγονός ότι ως κατηγορία εργαζομένων, οι δημόσιοι υπάλληλοι αμείβονται λιγότερο από τους ιδιωτικούς, πλέον σχεδόν όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις προβαίνουν σε απολύσεις, πάγωμα μισθών και προσωρινά συμβόλαια στο προσωπικό τους.