«Σε ευχαριστούμε που δεν σταμάτησες, Thank you, thank you». Από τον ωκεανό της αγάπης, της αφοσίωσης, των όρκων «ποτέ δεν θα σε ξεχάσουμε», «πάντα θα ζεις» που, σε κύματα, έρχονταν και έσβηναν πάνω στο αεροδυναμικό λουλουδιασμένο φέρετρο με τη σορό του Μάικλ Τζάκσον, αυτή η φράση, ίσως, είναι η πιο αληθινή. Και αυτή που έκλεινε μέσα της όλη την αγωνία του διάσημου τραγουδιστή που δεν σταμάτησε ποτέ, για να μείνει στην κορυφή ως «ο βασιλιάς της ποπ», να νικήσει τον χρόνο, να παραμείνει λεπτός και ευκίνητος σαν έλασμα, να αλλάξει ώς και το μαύρο χρώμα της επιδερμίδας του, που ήταν, όμως, απόλυτα ταιριαστό με το φλογερό κάρβουνο της ματιάς του, με το πλατύ του αστραφτερό χαμόγελο.
Το φτωχόπαιδο, που έμεινε πιστό στο όνομά του και στην οικογένειά του, που ξεκίνησε από το Γκάρι της Ιντιάνα μαζί με τους άλλους τέσσερις αδελφούς του, «επέστρεψε» στους ώμους τους για να τον αποχαιρετίσει το κοινό του, με τη μουσική και το τραγούδι που ήταν η θρησκεία του, στη σκηνή του σταδίου Staples Center, στην καρδιά του Λος Αντζελες, κατάμεστο από κόσμο που κράτησε και την αναπνοή του στην «ενός λεπτού σιγή». Τα αδέλφια του, με τα άσπρα γάντια με στρας που ο Μάικλ λάνσαρε, είχαν γκριζάρει, βαρύνει, ήταν μεσήλικες περασμένοι, μόνο ο μικρός αδελφός ο «Μικρός Πρίγκιπας» του Σεντ Εξιπερί, που η φίλη και συνοδός του Μπρουκ Σιλντς, συγκινημένη, τού αφιέρωσε ένα απόσπασμα – έμεινε όπως ξεκίνησε: «μια αεικίνητη φλόγα που πυρπόλησε την Αμερική και την Ευρώπη, αλλά και Ιαπωνία και Κίνα στις περιοδείες του ώσπου «κάηκε» και ο ίδιος, στα 51 του χρόνια, στην προετοιμασία της «θριαμβευτικής του επιστροφής». Μέχρι την τελική πρόβα με τα κοστούμια έφθασε, αλλά «ο τελευταίος επισκέπτης» πρόλαβε και του έκλεισε τα μάτια, που δεν γνώριζαν τον ύπνο, από την υπερένταση και την κατάχρηση φαρμάκων...
«Χωρά “αυτό το πράμα” τον Μάικλ Τζάκσον;», ρώτησε 13χρονη που τον ήξερε μόνο σαν θρύλο, από τα τραγούδια του, ιδίως όταν τα τραγουδούσαν νεότεροι, όπως ο Ασερ. Στα πόδια της σκηνής ακουμπισμένο σε τροχοφόρο κιλίβαντα το φέρετρο, ανάμεσα σε στεφάνια και ανθοδέσμες –πικρότατο θέαμα, είναι η αλήθεια– σημάδεψε, τελικά, την οριστική του επιστροφή. Στη δεκαετία του ’80 όταν ο Μάικλ Τζάκσον ανεξαρτητοποιήθηκε από τα αδέλφια του και σάρωσε όλα τα βραβεία κοινού και δισκογραφίας και τηλεόρασης, οι σημερινοί έφηβοι ήταν αγέννητοι, οι γονείς τους ήταν το αφοσιωμένο κοινό του.
Ολους αυτούς έπρεπε να ξανακερδίσει ο Μάικλ Τζάκσον. Ηξερε τι περιμένει όποιον πέφτει από την κορυφή... Δεν θα μάθουμε ποτέ τι του επεφύλασσε η κριτική. Το κοινό του θα ’μενε πιστό, και αυτό απέδειξε η παγκόσμια συμμετοχή στη Memorial Service, στο λυπημένο μελωδικό μνημόσυνο που ετοίμασε η οικογένειά του, με επικεφαλής την Κάθριν και τον Τζόζεφ Τζάκσον τους γονείς του, που κρατούσαν μαζί με τις αδελφές του, τα τρία μικρά λευκά παιδιά του, τη συνέχειά του. Από το Γκάρι της Ιντιάνα ώς την Τάιμς Σκουέαρ της Νέας Υόρκης, από την Ατλάντα, την Καλιφόρνια, το Lyric Θίατερ του Λονδίνου, η απευθείας ζωντανή μετάδοση του CNN, νίκησε το φράγμα της διαφοράς ώρας και μας κράτησε όλους κοντά του, σε ένα «μοιρολόγι» από γνωστές επιτυχίες, όπως τα τραγούδια του «We are the World», «I’ll be there» και το τελευταίο του hit «Ηeal the World» που τραγούδησαν όλοι μαζί, αστέρια και οικογένεια και παιδιά, υπενθυμίζοντας το τεράστιο φιλανθρωπικό του έργο, συναυλίες αφιερωμένες στο έιτζ και τα ορφανά του, που διοργάνωσε μαζί με τη Λιζ Τέιλορ. Πιστή φίλη η Τέιλορ, επέλεξε να τον θυμηθεί μακριά από τη δημοσιότητα. Μόνο τη μενεξεδένια της ματιά επέτρεψε να δείξουν στο πολύωρο πρόγραμμα του CNN που εξοστράκισε ώς και τα δελτία ειδήσεων, με τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, μόνον απόντα από τους επώνυμους Αφρο-αμερικανούς, στο Κρεμλίνο να συζητά με Μεντβέντεφ και Πούτιν. Ηρθαν όμως τα παιδιά του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η Μπέρνι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ο τρίτος και έδωσαν άλλη διάσταση, πέρα από τη μουσική, στον θρύλο του Μάικλ Τζάκσον.
«Εγινε ο Καλύτερος. Αυτός ήταν ο στόχος του, ο καλύτερος ερμηνευτής όλων των εποχών και άνοιξε δρόμους σε όλους τους Αφρο-αμερικανούς», είπε ο Μάρτιν, θυμίζοντας αυτά που είχε πει ο πατέρας του, «αν δεν μπορείς να γίνεις δέντρο, γίνε θάμνος. Αν δεν είσαι λεωφόρος, να είσαι δρομάκι ανοιχτό»... Και ο «Μάτζικ» Τζόνσον, ο μπασκετμπολίστας των Λέικερς που ο Μάικλ τιμούσε με τη φιλία του, συγκινημένος, είπε: «Ηταν τέτοια η επιρροή του που ώς κι εμένα με έκανε καλύτερο μπασκετμπολίστα, άνοιξε τις πόρτες σε όλους εμάς τους Αφρο-αμερικανούς». Τραγούδησαν για τον Μάικλ η Μαράια Κάρεϊ, ο Στίβι Γουόντερ στο πιάνο του «να μην μου ’δινε ο θεός αυτό, να αποχαιρετίσω τον φίλο μου», η Τζένιφερ Χάντσον, στο δικό του τραγούδι «Υou’ll be there», πάνω από τη σορό της παρουσίας - απουσίας, ο Λάιονελ Ρίτσι, ο Ασερ, ο μικρός Shaheen Jajarghol από το Λονδίνο, στο «Ποιος σ’ αγαπάει», ο αδελφός του Ζερμέν Τζάκσον που τραγούδησε το αγαπημένο τραγούδι του Μάικλ «Smile» του Τσάρλι Τσάπλιν από τους «Μοντέρνους Καιρούς». Ο άλλος αδελφός, ο Μάρλον, αναλύθηκε σε λυγμούς ενώ μιλούσε, το ίδιο και η κόρη, η Πάρις Κάθριν Τζάκσον, η πρωτότοκη. Η μητέρα και ο πατέρας έμειναν σιωπηλοί. Και ενώ ο αιδεσιμότατος Luciuc που άνοιξε την επιμνημόσυνη τελετή - show έκλεινε με ευχές τη θλιμμένη παρέλαση καλλιτεχνών και μουσικών παραγόντων, ο προβολέας φώτισε στην άδεια σκηνή το μικρόφωνο στη μέση, πάνω από τη σορό. Για λίγο, πολύ λίγο, πρωταγωνίστησε η Σιγή, που δεν αναπλήρωνε την απουσία.![]()
Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη

