Στην Ελλάδα η περιπέτεια αρχίζει το 1972, όταν στο πλαίσιο του σχεδιασμού του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας η έρευνα «Η διαχείριση του εγγείου παράγοντος» καταλήγει στην πρόταση εισαγωγής ενός «ονομαστικού φόρου ακίνητης περιουσίας». Το τότε καθεστώς διστάζει, όχι όμως και η εθνική κυβέρνηση, η οποία εισάγει τον ΦΠΑ με έναν από τους πρώτους τόμους της μεταπολίτευσης (Ν. 11/1974). Εκτοτε ο θεσμός υφίσταται διάφορες οβιδειακές μεταμορφώσεις, που προκαλούν συνεχή αστάθεια στο φορολογικό περιβάλλον με ανάλογες επιπτώσεις στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, αλλά και που προσκρούουν στην αποδοχή του από τους φορολογουμένους.
Κύρια επιδίωξη αυτού του φόρου παραμένει πάντοτε η έμμονη προσπόριση εσόδων για τον κρατικό κορβανά, αντίθετα από την αρχική πρόταση του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών το 1972, η οποία συνέδεε αυτά τα έσοδα με το πολεοδομικό γίγνεσθαι και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής μέσα στις πόλεις. Βέβαια, η κάθε νέα εξαγγελία της φορολογίας συνοδεύεται από φιλολαϊκά άλλοθι, π.χ. ότι πλέον υπάρχει «δίκαιη» φορολογία της μεγάλης περιουσίας, ότι πλήττονται οι έχοντες και κατέχοντες και άλλα παρόμοια.
Ομως ύστερα από 35 χρόνια η κατάσταση έχει αλλάξει. Οι πολίτες συνειδητοποιούν καθημερινά τους ορατούς κινδύνους της υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Η ποιότητα της ζωής μέσα στις πόλεις χειροτερεύει σταθερά, η κάθε είδους ρύπανση αυξάνεται συνεχώς, οι καύσωνες, με το κράτος να αρκείται σε ημίμετρα. Η έγγειος ιδιοκτησία δεν μπορεί να συνεχίζει να αποτελεί την αγελάδα για άρμεγμα, χωρίς άμεση ανταπόδωση. Για τη φορολογική της επιβάρυνση πρέπει να πειστούν οι πολίτες ότι τα έσοδα δεν θα εξαφανίζονται στην αχόρταγη χοάνη του κρατικού κορβανά, αλλά θα χρησιμεύουν για την αποδεδειγμένη αντιμετώπιση των σημερινών περιβαλλοντικών κινδύνων. Και, ειδικότερα, πρέπει οι δημότες ενός ΟΤΑ να διαπιστώνουν με τα μάτια τους σε τοπική κλίμακα πού πηγαίνει η φορολογία της περιουσίας τους, η οποία νοείται μόνο ως γενική, όπως συμβαίνει στα άλλα κράτη, αλλά με πολύ χαμηλούς συντελεστές για τις μικρές ιδιοκτησίες. Διαφορετικά, η φορολογία της ακίνητης περιουσίας θα συνοδεύεται από υψηλές πιθανότητες αποτυχίας, όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Συμπερασματικά, η νέα νεκρανάσταση του ΦΑΠ ή ΤΑΠ ή ΦΜΑΠ ή ΕΤΑΚ απλώς θα καθιστά επιτακτική την περιβαλλοντική δημοσιονομική μεταρρύθμιση, που μεταφέρει σημαντικό φορολογικό βάρος από την εργασία στη χρήση των φυσικών πόρων. Τα αποτελέσματα αυτά έχουν διαπιστωθεί στην πράξη σε σκανδιναβικές χώρες, Μ. Βρετανία, Ολλανδία, Αυστρία, Γερμανία. Με τα μίζερα ημίμετρα ούτε το περιβάλλον προστατεύεται ούτε αναχαιτίζεται η σημερινή τριπλή οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική κρίση.

