Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Η σιωπή του (αχ)αμνού

Ουκ ανδρός όρκοι πίστις, άλλα όρκων ανήρ.». (Αισχύλος).

Τό 'ριξε το καράβι στην ξέρα, μαζί με τους αλογοσκούφηδες και συντροφία, και «σαν έτοιμος από καιρό», από καιρό τά 'χε σκατώσει, πρώτος το έσκασε, παραγράφοντας, με το κλείσιμο της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, όλες τις κομπίνες των Υπουργών της 6ετίας του και τις δικές του. Και αφήνοντας τους επόμενους να βγάλουν το φίδι του ΔΝΤ από την τρύπα.

Και από τότε, κρύβεται κωλονακιζόμενος (διορθωτά, με «ω» παρακαλώ) στο 17 του Κωλονακίου και στα βορεινά της Βουλής, «Ήχος στεκάμενος κούφιος» (Γ. Σεφέρης), μουγγός, κουφός για τα συμβαίνοντα, εξ αιτίας του κατά κύριο λόγο, στη χώρα.

Και σιωπά, ένοχος, γιατί δεν έχει μούτρα να αντικρύσει και να αντικρούσει, της συμφοράς ο Πρωτουργός, αυτούς που γέλασε, αυτούς που πρόδωσε, φεύγοντας -όχι σαν Τριανταφυλλίδης, βεβαίως, αλλά σαν Κωστάκης, που κουράστηκε να παίζει με τα μολυβένια του στρατιωτάκια.

Αυτός ο μελίρρυτος κενολόγος, κήρυκας του σεμνά και ταπεινά, που ανέχθηκε την διαφθορά και την άφησε να θεριέψει, καταγγέλλοντάς την.

Ο νοικοκύρης, που «νοικοκυρεύοντας» το κράτος το διέλυσε και το κούρσεψε, επί έξι, σχεδόν, χρόνια. Και, το σμπαράλιασε με την κακοδιοίκηση των εκλεκτών του και την ανικανότητα των αρμοδίων Υπουργών του.

Η αλογοσκουφοκαραμανλική επιτήρηση, για την οποία επαιρόταν, και οδήγησε αναγκαστικά στο ΔΝΤ, μιλάει γα τα κατορθώματά του.

Η καμένη Αττική και Ηλεία, με τη βοήθεια του στρατηγού ανέμου και των ασυνείδητων ελληναραδο-εργολάβων, βοά για την αβελτηρία του.

Η γελοιοποίηση του κράτους από τους αχρείους κουκουλοφόρους καταστροφείς, όταν, οι Υπουργοί του ταλαντεύονταν ανάμεσα στην χαλαρή και τη σκληρή σώφρονα χειράντληση, μιλά για την ανικανότητά του.

Η τερατώδης φοροκλοπή, που τώρα έρχεται στο φως, κραυγάζει για την αδιαφορία του για το δημόσιο συμφέρον και τις κούφες διακηρύξεις του για πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Επί έξι χρόνια την άφησε και θέριεψε με την αβελτηρία των εισπρακτικών μηχανισμών του και την συνέργεια ορισμένων εφοριακών, που πλούτισαν κάνοντας τα στραβά μάτια. Κάνοντας κι αυτός το ίδιο.

Η δυσώδης ανταλλαγή του νερού της λίμνης με δημόσια περιουσία, δι’ ευχών των αγίων πνευματικών πατέρων αυτών, Εφραίμ και Αρσενίου, των κολλυβιστάδων, και συνεργεία των Υπουργών και στενών συνεργατών του, καλοπίστως παραπλανηθέντων (οι νήπιοι), κατά την σανιδώδη λογική ανωτάτου δικαστικού, βοά για την κλίκα των μαξιμοσφουγγοκωλαρίων του.

Η «αναδιοργάνωση» των δημοσίων υπηρεσιών που επί έξι, σχεδόν, χρόνια τις μηχανοργάνωνε και γράφουν ακόμη με άξυστα μολυβδοκόντυλα, όταν δεν ξύνονται, κραυγάζει τα κούφια λόγια του.

Η απόδραση του Χρυσοφοράκου, δικαστική συνδρομή (;), και ο απόπλους του Καραβέλα, προς άγνωστα λιμάνια, τραγουδούν την αδιαφορία τού -κατά δήλωσίν του- κουρασμένου Πρωθυπουργού.

Για όλα αυτά και άλλα πολλά, ούτε κιχ. Εξαφανισμένος, σιωπά. Κρύβεται ο πρώην πρωθυπουργός.

Μα, όπου κι αν κρύβεται, θα τα νιώθει «...πια τα βήματα των Εριννύων», (Κ. Καβάφης), ο αφασικός πολιτικάντης, ο λίγος των μεγάλων καιρών και της κρίσης, ο πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας (κι αυτό μισό τού Κωνσταντίνος) ο μικρός. Κακή τη μοίρα, κυβερνήτης της χώρας.

Καιρός να απολογηθεί επί του φοβερού βήματος του λαού.

«Μεγάλη δύναμη έχει του λαού η γνώμη: Φήμη δημόθρους μέγα σθένει». (Αισχύλος).

«Το σωστό που ο μικρός το ξεστομίζει
Πικραίνει τους τρανούς και φαντασμένους:
Οι γαρ πνέοντες μεγάλα τους κρείσσους λόγους
πικρώς φέρουσι των ελασσόνων ύπο.».
(Ευριπίδης)