Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Η ιστορία επαναλαμβάνεται

25η Μαρτίου σε λίγες ημέρες κι απ’ άκρη σ’ άκρη στη χώρα μας εορτάζεται η επέτειος έναρξης της επανάστασης του 1821. Παρελάσεις, σημαιοστολισμοί και εορτασμοί θα λάβουν χώρα σήμερα σε πολλά μέρη για να εορταστεί η Εθνεγερσία. Πολλοί είναι αυτοί που αμφισβητούν αν η έναρξη της επανάστασης ήταν όντως η 25η Μαρτίου και τοποθετούν την έναρξή της από μερικές μέρες μέχρι μερικούς μήνες νωρίτερα, υποστηρίζοντας πως η 25η Μαρτίου επελέγη για να συμπέφτει η επέτειος με τον εορτασμό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και να προσδωθεί αντίστοιχος συμβολισμός στην ημέρα. Αυτά, όμως, ελάχιστη ουσιαστική σημασία έχουν στις μέρες μας. Αφήνονται στα χέρια των ιστορικών για περαιτέρω έρευνα, ανάλυση και εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Πέρασαν 189 χρόνια από τότε. Πολλά άλλαξαν: η Ελλάδα ελευθερώθηκε, επεκτάθηκε, ενδυναμώθηκε. Ο χάρτης της περιοχής άλλαξε ριζικά (και συνεχίζει να αλλάζει μέχρι σήμερα με τις συνεχείς αποσχίσεις στα Βαλκάνια). Κι όμως, τελικά όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν! Ή μήπως όχι; Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Στις 12 Απριλίου 1823, η δωδεκαμελής επιτροπή που είχε οριστεί από την Β’ Εθνοσυνέλευση με σκοπό να συντάξει έναν πρόχειρο προϋπολογισμό της (επαναστατημένης) Ελλάδας συντάσσει έκθεση σύμφωνα με την οποία είναι απαραίτητος (και αναπόφευκτος) ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας, αφού τα έξοδα (του πρώτου εξαμήνου) ήταν 38.000.000 γρόσια και τα έσοδα μόλις 12.000.000 γρόσια! Με απόφαση της κυβέρνησης, στις 2 Ιουνίου 1823, εξουσιοδοτούνται οι Ιωάννης Ορλάνδος, Ανδρέας Λουριώτης και Ανδρέας Ζαϊμης να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο. Τελικά, μόλις στις 26 Ιανουαρίου 1824 φτάνουν μόνον οι δύο πρώτοι στο Λονδίνο, με έξοδα του Λόρδου Βύρωνα, και συνάπτουν στις 9 Φεβρουαρίου δάνειο 800.000 λιρών. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου από την ελληνική πλευρά τέθηκαν τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως, το ποσό που έφτασε στα χέρια της κυβέρνησης, ύστερα από τις διάφορες κρατήσεις, ήταν μόλις 298.000 λίρες!
Στις 31 Ιουλίου 1824, η βουλή αποφασίζει τη σύναψη και δεύτερου δανείου. Το διαπραγματεύτηκαν και το σύναψαν στις 26 Ιανουαρίου 1825 και πάλι οι Ορλάνδος και Λουριώτης. Το ονομαστικό κεφάλαιο του δανείου ήταν 2.000.000 λίρες, από τα οποία (μετά τις γνωστές ληστρικές κρατήσεις) το καθαρό ποσό ήταν μόλις 816.000 λίρες! Αυτή τη φορά τη διαχείρηση ανέλαβαν Άγγλοι τραπεζίτες και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου. Με πολλές άστοχες ενέργειες εκ μέρους τους παρήγγειλαν έξι ατμοκίνητα πλοία και δύο φρεγάτες, από τα οποία μόνο τα μισά παραδώθηκαν στην Ελλάδα… Τελικά στην Ελλάδα έφτασαν περίπου 233.000 λίρες, δηλαδή ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε ληφθεί κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος!
Όπως είναι ξεκάθαρο η χώρα χρεώθηκε 2.800.000 λίρες και παρέλαβε λιγότερα από 540.000 λίρες, ενώ το πραγματικό κεφάλαιο υποτίθεται πως ήταν πάνω από 1.500.000 λίρες! Ποιοί ήταν, όμως, οι υπαίτιοι της σπατάλης; Πρώτοι απ’ όλους οι Ορλάνδος και Λουριώτης, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις. Μάλιστα το 1838, επί Βαυαροκρατίας, ο υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων κι επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια, ενώ το ελεγκτικό συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων. Σπατάλες διέπραξαν και οι βρετανοί τραπεζίτες που ανέλαβαν την έκδοση του δανείου, η περίφημη “Τετραρχία”, καθώς και διάφοροι βρετανοί ιδιώτες, από τους οποίους άλλοι ήταν τυχοδιώκτες που παρίσταναν τους φιλέλληνες κι άλλοι φιλέλληνες αυθεντικοί, αλλά αφελείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα κατασπατάλησης είναι οι μισθοί του αρχιναύαρχου του Ελληνικού Στόλου λόρδου Cochrane που έλαβε 57.500 λίρες. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Γ. Β. Δερτιλή (στο έργο του «Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920») το ποσό αυτό αντιστοιχούσε σε «περίπου 50 ετών εισόδημα μιας μεσοαστικής οικογένειας εκείνης της εποχής». Εύκολα συμπεραίνει κανείς πως τελικά τα δάνεια δεν εκπλήρωσαν τον σκοπό τους, αφού η επαναστατική κυβέρνηση δεν κάλυψε τις πραγματικές στρατιωτικές ανάγκες της Ελλάδας. Αντιθέτως, υποθήκευσε τον προϋπολογισμό της για τα επόμενα 105 χρόνια, αφού οι τελευταίες ομολογίες που είχαν εκδοθεί το 1824-1825 εξοφλήθηκαν μόλις το 1930 στην Ολλανδία! Φυσικά, δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως, στο ενδιάμεσο, το 1825 η κυβέρνηση κήρυξε την πρώτη πτώχευση, ενώ τον Απρίλιο του 1826, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια και καμμία λίρα! Έτσι, η πρώτη πτώχευση είναι γεγονός κι έρχεται νωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους…
Το έδαφος θα μπορούσε μόνο προσοδοφόρο να χαρακτηριστεί για την επιβολή της ισχύος και της εξουσίας των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ελλάδα. Και όντως αυτό δεν άργησε να γίνει. Στις 7 Μαΐου 1832 συνήφθη η Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, η οποία υποχρέωνε τους (μη συμμετέχοντες) Έλληνες να διαθέτουν τις κρατικές εισπράξεις, με απόλυτη προτεραιότητα,στην πληρωμή του εγγυημένου τοκοχρεολυσίου. Πρόκειται για δάνειο 60.000.000 φράγκων, από τα οποία (με τις συνήθεις πρακτικές) απέμειναν τελικά τα 27.000.000 φράγκα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1843, στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου υπεγράφη νέο πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο η υποχρεωτική ετήσια δόση για τοκοχρεολύσια αυξήθηκε στο ποσό των 3.434.283 φράγκων, ποσό εξωφρενικό για την εποχή. Τι έκανε η ελληνική κυβέρνηση; Αναγκάστηκε να περικόψει επειγόντως και δραστικά τις δημόσιες δαπάνες προκειμένου να συγκεντρώσει το τεράστιο αυτό ποσό. Οι περικοπές επέφεραν μεγάλες μειώσεις μισθών. Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει και σήμερα;
Η ιστορία δεν σταματάει όμως εκεί. Όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις, κυρίως η Μεγάλη Βρετανία, χρησιμοποίησαν έκτοτε συστηματικά το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ως μέσο πίεσης για να της επιβάλουν μια εξωτερική πολιτική εναρμονισμένη με τα συμφέροντά τους. Η τακτική αυτή των Μεγάλων Δυνάμεων στηριζόταν στη συμβατική υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να διαθέτει στην υπηρεσία του χρέους τις εισπράξεις των τελωνείων της. Όποτε ήθελαν να ασκήσουν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, οι Μεγάλες Δυνάμεις επέσειαν τη νομική αυτή επιχειρηματολογία, υποστηρίζοντας ότι η Συνθήκη του 1832 τούς έδινε το δικαίωμα να ελέγχουν τις υπέγγυες τελωνειακές εισπράξεις του Ελληνικού Δημοσίου και ότι αυτό το δικαίωμα μπορούσαν εν ανάγκη να το ασκήσουν ακόμη και με τη βία, καταλαμβάνοντας τα τελωνεία της χώρας μας. Άλλωστε, το απέδειξαν περίτρανα τα χρόνια που ακολούθησαν. Το 1850 οι βρετανικές κανονιοφόροι απέκλεισαν τον Πειραιά και υποχρέωσαν την κυβέρνηση να καταβάλει, για την υπόθεση Πασίφικο, τεράστια αποζημίωση: 330.000 φράγκα, σχεδόν το 3% των φορολογικών εσόδων του κράτους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1854, εν όψει του Κριμαϊκού Πολέμου η Βρετανία και η Γαλλία επικαλέστηκαν προσχηματικά διατάξεις από το Πρωτόκολλο του Λονδίνου για το δάνειο του 1832 και κατέλαβαν τον Πειραιά, τον οποίο κράτησαν υπό την κατοχή τους ως τις 3 Μαρτίου 1857. Εντός αυτής της τριετίας κάποιοι Βρετανοί ζητούσαν ουσιαστικά να ελέγχονται ακόμη πιο στενά τα έσοδα του ελληνικού κράτους…

Και φτάνουμε στο σήμερα. Έτος 2011. Τα δάνεια του 1824-25 έχουν ξεπληρωθεί, ευτυχώς. Παραμένουν όμως απλήρωτα πολλά άλλα. Το δημόσιο έλλειμμα έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Ο Παπανδρέου υποστηρίζει πως βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση και κινδυνεύει η εθνική μας ακεραιότητα. Οι «Μεγάλες Δυνάμεις» του 2011 είναι και πάλι στο πλευρό μας… Οι Άγγλοι και Αμερικάνοι τραπεζίτες για να πλουτίσουν, οι Γερμανοί για να μας ειρωνεύονται και να επιζητούν την αγορά νησιών μας, οι Γάλλοι για να «ανταλλάσσουν» αεροπλάνα με πολιτική στήριξη κ.ο.κ. Τα spread ανεβαίνουν ολοταχώς και «η ζωή τραβάει την ανηφόρα». Οι μισθοί περικόπτονται, όπως το 1843, ενώ οι άξιοι συνεχιστές του Cochrane, τα golden boys, πλούτισαν σε βάρος του κράτους και αρχίζουν να απομακρύνονται από αυτό. Η κατάσταση δεν μοιάζει και τόσο ευοίωνη για το μέλλον. Μια νέα (κοινωνική) επανάσταση θα μας σώσει ή μετά το τέλος της θα βρεθούμε και πάλι χρεωμένοι μέχρι το λαιμό; Τελικά ίσως και να έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αρκεί μόνο να επαναληφθούν και οι θετικές πτυχές τις και όχι μόνο οι αρνητικές. Ο χρόνος θα δείξει, αν και με τέτοιους προδότες κυβερνήτες το μέλλον διαγράφεται πολύ θλιβερό.