Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Μια χοίνιξ σίτου θα κοστίζει ...ένα δηνάριον

Μπαράζ ανατιμήσεων σε βασικά είδη διατροφής, που θα επιβαρύνουν το ήδη πενιχρό εισόδημα του μέσου Έλληνα πολίτη, θα επιφέρει η αναμενόμενη αύξηση στην κυρίαρχη ύλη για τη διατροφή, το αλεύρι.

Η αύξηση, που, κατά τους αλευροβιομήχανους, αναμένεται να είναι περίπου στο 25%, έρχεται εν μέσω της καταιγίδας εξελίξεων στη διεθνή αγορά του σιταριού.

Μια αγορά που αφενός έχει βουτηχτεί στην κερδοσκοπία, και αφετέρου δέχεται ασφυκτικές πιέσεις εξαιτίας της εφαρμογής του εμπάργκο στις διεθνείς εξαγωγές σιτηρών, που ήδη επέβαλε η Ρωσία τουλάχιστον έως το τέλος του χρόνου.


Ήδη από σήμερα, η αύξηση που παρατηρήθηκε στις διεθνείς αγορές «διαχέεται» και στην ελληνική και εκτιμάται ότι μια σειρά κατηγορίες προϊόντων, όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά, τα αρτοσκευάσματα και τα είδη ζαχαροπλαστικής, θα ανατιμηθούν κατά 20%.

Η αύξηση αυτή, προφανώς, θα περάσει στη «διατροφική αλυσίδα», καθώς το σύνολο των παραγώγων που παρασκευάζονται από το αλεύρι θα ανατιμηθεί πιθανότατα ισόποσα με την επερχόμενη αύξηση της τιμής των αλεύρων.

Η Ελλάδα στηρίζεται ως επί το πλείστον στην αγορά των σιτηρών από τις εξαγωγές.

Βασικότερος προμηθευτής η Ρωσία αλλά και χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Γερμανία.

Η γνωστή κατάσταση στη Ρωσία με τις πυρκαγιές, την ξηρασία και εν γένει με το εμπάργκο αλλά και η μείωση της παραγωγής στο δεύτερο μεγαλύτερο σιτοβολώνα της Δυτικής Ευρώπης, τη Γερμανία, προκαλούν τη ραγδαία αύξηση της τιμής του σιταριού που επιφέρει ντόμινο ανατιμήσεων.

Σύμφωνα με στοιχεία της διεθνούς αγοράς, το πρώτο εξάμηνο του 2010 η μέση τιμή του μαλακού σιταριού ήταν στα 160 ευρώ ο τόνος και στο τέταρτο δίμηνο του χρόνου έφτασε στα 225 ευρώ ο τόνος.

Ταυτόχρονα, η μέση τιμή του σκληρού σιταριού το πρώτο εξάμηνο ήταν 180 ευρώ και στο τέταρτο δίμηνο άγγιξε τα 230 ευρώ.

Στην ελληνική αγορά, οι αλευροβιομηχανίες ως και αυτή την εβδομάδα διατήρησαν τις τιμές των αλεύρων σταθερές: 339 ευρώ στοίχιζε ο τόνος των αλεύρων από μαλακό σιτάρι και 444 ευρώ ο τόνος των αλεύρων από σκληρό σιτάρι.

Σε ανακοίνωσή τους, αφού αναφέρουν ότι θεωρούν δεδομένο ότι θα υπάρξουν αυξήσεις, σημειώνουν ότι «η σημερινή κατάσταση της αγοράς σιτηρών αποδεικνύει περίτρανα τις αδυναμίες του γεωργικού τομέα της χώρας μας εν γένει αλλά και του ίδιου του τομέα ειδικότερα».

Όπως τονίζουν οι αλευροβιομήχανοι, «η Ελλάδα αποτελούσε και αποτελεί ''μία κουκίδα'' στον παγκόσμιο αγροτικό χάρτη, μην μπορώντας να διαμορφώσει τις εξελίξεις στις αγορές των περισσότερων αγροτικών προϊόντων, ευρισκόμενη απλώς να τις παρακολουθεί και να τις ακολουθεί, τις περισσότερες φορές. Ο τομέας των δημητριακών, και ειδικά του μαλακού σίτου, δεν αποτελούσε και δεν αποτελεί την εξαίρεση».

«Διαχρονικά», προσθέτουν, «η παραγωγή ελληνικού μαλακού σίτου δεν επαρκεί για τις ανάγκες της εγχώριας αλευροβιομηχανίας και της εγχώριας κατανάλωσης, καλυπτόμενη κατά το μεγαλύτερο μέρος της από εισαγωγές».

Σε αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί ότι διαδοχικές εκθέσεις υποδεικνύουν ότι οι Ρώσοι προμηθευτές σιταριού στην Ασία ακυρώνουν μετά το εμπάργκο δεκάδες συμβάσεις πώλησης σιτηρών.

Ήδη εμπορικοί κολοσσοί εξετάζουν νομικά το ζήτημα, προκειμένου να μην υπάρξουν διεθνείς κυρώσεις. Κηρύσσουν στάση εξαγωγών ως ενέργεια «ανωτέρας βίας», που στο διεθνές νομικό πλαίσιο λειτουργεί ως ρήτρα, που επιτρέπει στους διαδίκους να ακυρώνουν συμβάσεις, «μνημονεύοντας» τις επικρατούσες συνθήκες, οι οποίες είναι εκτός ελέγχου.