Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Ικέτες, Iκέτιδες και άσυλο

Η σύγχρονη έξαρση των μεταναστευτικών ροών, με την ιδιομορφία που αποκτά μέσα από τις διαστάσεις και τις επιπτώσεις –οικονομικές αλλά και πολιτισμικές, ας μην το παραβλέπουμε– της παγκοσμιοποίησης, διατηρεί πάντα στην επικαιρότητα μια από τις πιο σημαντικές πτυχές του μεταναστευτικού φαινομένου: το άσυλο. Διεθνείς οργανισμοί, με εμπροσθοφυλακή τον ΟΗΕ, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ενωση, με ολοένα και εντεινόμενο ρυθμό εστιάζουν την προσοχή και τη δράση τους σ’ αυτή την πτυχή του μεταναστευτικού προβλήματος.

Το παράδοξο –και συνάμα αποκαλυπτικό– είναι ότι οι επιδόσεις της διεθνούς συνεργασίας στον τόσο ευαίσθητο αυτό τομέα κάθε άλλο παρά θετικές μπορούν να χαρακτηρισθούν. Κύριες αιτίες, η επιδερμική έως υποκριτική αντιμετώπιση του θεσμού του ασύλου από τον ΟΗΕ, αφού συχνά αρνείται, όταν σηκώνει ψηλά «το λάβαρο» της υπεράσπισής του, να λάβει υπόψη του, για λόγους στοιχειώδους δικαιοσύνης, την ιδιομορφία των κρατών που δέχονται κατά κύματα τις μεταναστευτικές ροές, άρα και τα αντίστοιχα αιτήματα ασύλου. Αλλά και η –όπως και σ’ άλλους τομείς δυστυχώς– καθυστερημένη και αναποτελεσματική αντίδραση της Ε.Ε. προς την ίδια κατεύθυνση, όπως αποδεικνύουν οι ήδη αναχρονιστικές και εν πολλοίς άδικες για ορισμένα κράτη-μέλη, αλλά και τους αιτούντες άσυλο, ρυθμίσεις του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» (18.2.2003). Ας ελπίσουμε ότι η πιστή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο –που υπογράφηκε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 2008– και η αναθεώρηση του προαναφερόμενου κανονισμού θα βελτιώσουν τις ευρωπαϊκές επιδόσεις.

Ιδίως τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής για τους χειρισμούς ως προς τον θεσμό του ασύλου. Χωρίς να υποβαθμίζω τα όποια προβλήματα, σπεύδω να υποστηρίξω ότι η κριτική αυτή, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, είναι ανεδαφική και άδικη. Και τούτο διότι αγνοεί επιδεικτικά πόσο βεβαρημένη είναι η χώρα μας, σε σύγκριση με άλλες και ιδίως ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της εισόδου υπερβολικού αριθμού μη νόμιμων μεταναστών. Πράγμα που, βεβαίως, διογκώνει υπερμέτρως και τον αντίστοιχο αριθμό μεταναστών οι οποίοι ζητούν άσυλο κατά τρόπο προσχηματικό. Και μάλιστα με στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα ως προς την εθνικότητα και τους λόγους τους οποίους προβάλλουν πολλοί από τους αιτούντες άσυλο.

Το φαινόμενο για τον τόπο μας δεν είναι τωρινό. Η γεωγραφική μας θέση, το επίπεδο δημοκρατίας και ο πολιτισμός μας έχουν κάνει την Ελλάδα, εδώ και χιλιετίες, πόλο έλξης ανθρώπων που αναζήτησαν, στο έδαφός της και στις κοινωνίες της, τόσο τη μοίρα τους όσο και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Αυτή την αδήριτη πραγματικότητα έχει ανασύρει από τον μυχό της Ιστορίας ο Αισχύλος στις «Ικέτιδες». Στην τραγωδία, οι 50 κόρες του Δαναού, θέλοντας ν’ αποφύγουν τον αιμομεικτικό γάμο με τα πρώτα εξαδέλφια τους, γιους του Αιγύπτου –αδελφού του Δαναού με γενάρχη τους τον Επαφο– έφθασαν στο Αργος, προγονική τους πόλη, μαζί με τον πατέρα τους. Απευθύνθηκαν στον βασιλιά του Αργους, τον Πελασγό, και ζήτησαν την προστασία του. Δηλαδή άσυλο, με τη σημερινή έννοια του όρου. Ο Πελασγός επιφυλάχθηκε, επικαλούμενος τις δημοκρατικές διαδικασίες του Αργους, και απευθύνθηκε προηγουμένως στον λαό του. Οι Αργίτες αποφάνθηκαν υπέρ του ασύλου, με «ανάταση των χειρών». Κι όταν ο Αίγυπτος του ζήτησε τον λόγο για την παροχή ασύλου, ο Πελασγός τού αντέτεινε την πάνδημη απόφαση του λαού του Αργους. Είναι η πρώτη, στην Ιστορία, θεσμική και πολιτική αποτύπωση του ασύλου. Ιδίως δε είναι η πρώτη, επίσης στην Ιστορία, φορά που το άσυλο παρέχεται μέσα από τη νοοτροπία που διαμόρφωσε ο πολιτισμός αλλά και η δομή και η ποιότητα της δημοκρατίας της Πολιτείας που το παρέχει.

Ηθικό και πολιτικό δίδαγμα –και, άρα, επιχείρημα– προς κάθε κατεύθυνση, πρωτίστως δε έναντι όλων εκείνων που σήμερα «κραδαίνουν» τη ρομφαία της ευαισθησίας τους για τους αιτούντες άσυλο: Ας ρίξουν μια ειλικρινή ματιά στις ρίζες του ασύλου και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο τόσο κρίσιμος, για την αποτίμηση της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας, θεσμός μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει. Ως Ελληνες, έχουμε υποχρέωση –και όχι απλώς το δικαίωμα– να ζητήσουμε το αυτονόητο: Η κρίση της διεθνούς κοινότητας να διαμορφώνεται υπό όρους ρεαλισμού και δικαιοσύνης.