Διοξίνες και καρκινογόνα στοιχεία βρίσκουν τον δρόμο τους για το πιάτο του έλληνα, μαζί με χημικές ουσίες από τις πλαστικές συσκευασίες των τροφίμων και περιβαλλοντικούς ρύπους που συνδέονται με σοβαρότατα προβλήματα υγείας.
Ωστόσο η υπάρχουσα νομοθεσία, τα όρια και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αδυνατούν να μας προστατεύσουν.
Σύμφωνα με δεκαετή έρευνα της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων που δημοσιεύθηκε στα τέλη του προηγούμενου μήνα, ιδιαίτερα επιβαρημένα με διοξίνες καικαρκινογόνα ΡCΒs(χλωριομένοι αρωματικοί υδρογονάνθρακες που έχουν απαγορευθεί)είναι τα ψάρια της Βαλτικής, τα οποία σε σχέση με άλλες περιοχές της Ευρώπης εμφανίζουν έως και 10πλασιες συγκεντρώσεις.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο σολομός και η ρέγγα αλλά και η πέστροφα των βορείων περιοχών. Την ίδια ώρα στην Ελλάδα παρατηρείται αύξηση της ζήτησης του καπνιστού σολομού περίπου κατά 12% κάθε χρόνο- μόνο το 2009 καταναλώθηκαν περί τους 7.500
τόνους. Αυξημένες ποσότητες διοξίνης εντοπίζονται επίσης στο συκώτι και στο ιχθυέλαιο.
Πανευρωπαϊκή έρευνα. Στην πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα- στην οποία συμμετείχε και η χώρα μας- το 8% των 7.270 δειγμάτων βγήκαν εκτός ορίων. Επιπλέον φαίνεται ξεκάθαρα ότι η μέση τιμή επιβάρυνσης με διοξίνες και ΡCΒs του σολομού που πωλείται στις ευρωπαϊκές αγορές είναι ίσο με τα όρια που έχει επιβάλει η Ε.Ε. για τα ψάρια: 8 τρισεκατομμυριοστά του γραμμαρίου (πικογραμμάρια)
ανά γραμμάριο σάρκας. Αυτό σημαίνει ότι αν κάποιος φάει μία μερίδα 250 γραμμαρίων συσσωρεύει στο σώμα του 2.000
πικογραμμάρια διοξίνης. Το παράδοξο όμως είναι πως σύμφωνα με απόφαση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας η εβδομαδιαία αποδεκτή ποσότητα διοξινών και ΡCΒs που μπορεί να προσλαμβάνει ο ανθρώπινος οργανισμός φτάνει τα 14 πικογραμμάρια ανά κιλό βάρους- δηλαδή κάποιος που ζυγίζει 75 κιλά δεν κινδυνεύει αν «φάει» έως και 1.050 πικογραμμάρια διοξίνης συνολικά την εβδομάδα. Βάσει όμως των ορίων της Ε.Ε. είναι εντάξει να καταναλώσει μία μερίδα 2.000
πικογραμμαρίων ανά γεύμα.
Πολιτικό ζήτημα. «Η θέσπιση των ορίων είναι ζήτημα πολιτικό και όχι επιστημονικό και η Ε.Ε. δεν είναι δεσμευμένη να ακολουθεί τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Ομως, όταν επιλέγει κανείς να θέσει όρια, έστω και πολύ χαμηλά, και όχι να απαγορεύσει κάτι το οποίο αποδεδειγμένα συνδέεται με καρκίνο, οι δυσμενείς επιπτώσεις είναι αναμενόμενες», λέει ο νομικός περιβάλλοντος κ. Γιώργος Μπάλιας.
«ΤΑ ΝΕΑ» ρώτησαν τον αντιπρόεδρο του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων κ. Τ. Ράλλη πώς μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο των διοξινών, αν για παράδειγμα τρώει 2-3 μερίδες τέτοιου σολομού την εβδομάδα, που σημαίνει ότι υπερβαίνει στο τριπλάσιο με πενταπλάσιο την αποδεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη. Η απάντηση του αντιπροέδρου του ΕΦΕΤ ήταν: «Μέτρον άριστον. Η ποικιλία των τροφίμων που καταναλώνει κανείς, η αποφυγή της μονοφαγίας και η στροφή στη μεσογειακή διατροφή είναι η καλύτερη λύση. Στα περίπου 100 ελληνικά δείγματα που συλλέγουμε κατόπιν τυχαίας δειγματοληψίας και αναλύουμε κάθε χρόνο ποτέ δεν έχουμε εντοπίσει κάποιο πάνω από τα όρια επικινδυνότητας. Κατά τα προηγούμενα χρόνια ανιχνεύθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις μόνο σε εισαγόμενα προϊόντα», επισημαίνει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εντοπισμού διοξινών σε χοιρινό από την Ιρλανδία, σε χοιρινό της Χιλής και ιταλική μοτσαρέλα. Ακόμη, την τελευταία τριετία εντοπίστηκαν στην ελληνική αγορά διοξίνες εκτός ορίων και σε ιταλική μοτσαρέλα. Στην Ελλάδα εκτός από την επιμόλυνση των ζώων κατά την πυρκαγιά στη χωματερή των Ταγαράδων στη Θεσσαλονίκη το 2006, δεν έχει αναφερθεί κάτι αξιοσημείωτο. Από τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν μετά τις φωτιές του 2007 και του 2009 δεν εντοπίστηκαν προϊόντα που να υπερβαίνουν τα όρια, σύμφωνα με τους αρμόδιους.
Η ποικιλία των τροφίμων που καταναλώνει κανείς, η αποφυγή της μονοφαγίας και η στροφή στη μεσογειακή διατροφή είναι η καλύτερη λύση

