Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Πόσο θα αντέξει αυτή η κυβέρνηση;

Κορυφαίος παράγων της Αστυνομίας πληροφορεί διαπρεπή πολιτικό της αντιπολίτευσης ότι «ταυτοποιήθηκε» ένας από τους διαδηλωτές που επιτέθηκαν στον Κωστή Χατζηδάκη και τον τραυμάτισαν. Κατά τις πληροφορίες, ο περί ου ο λόγος διαδηλωτής τυγχάνει να είναι συνταξιούχος μιας ορισμένης ΔΕΚΟ - που δεν είναι φρόνιμο να την κατονομάσω. Ο συνομιλητής προσθέτει (ουσιαστικά, αντιπαραβάλλει με την αποκάλυψη) την πληροφορία ότι δύο από τα άτομα που προσπάθησαν να προστατεύσουν τον τέως υπουργό ήσαν άνεργοι· επικαλείται δε σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου. (Για τους κυριολεκτούντες, ως προς τη χρήση του επιθέτου «κορυφαίος», σημειώνω ότι η κορυφή είναι συχνά ένα επίπεδο, όπου πολλοί μπορεί να συνυπάρξουν αρμονικά ή μη...)

Το αν είναι ακριβής η πληροφορία εξαρτάται από ένα σωρό παράγοντες: Αν είπε την αλήθεια ο «κορυφαίος παράγων». Αν είπε την αλήθεια ο «διαπρεπής πολιτευόμενος». Μήπως και οι δύο θυσίασαν την ακρίβεια για τη φαντασία; (Λόγου χάριν, για να ενισχύσουν τη χρησιμότητα που μπορεί να έχουν στον συνομιλητή τους...) Μήπως, από υπερβολική αυτοπεποίθηση, ο καθένας τους μετέδωσε το δικό του συμπέρασμα, βασιζόμενος σε στοιχεία ή κουβέντες που δεν ερμηνεύει πάντα ο καθένας με τον ίδιο τρόπο;

Είτε είναι έτσι είτε όχι, αφήστε το υπό αίρεσιν και δείτε το υπό το πρίσμα δύο χθεσινών ειδήσεων: Στέλεχος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (συλλόγου, ο οποίος σεμνύνεται να αυτοχαρακτηρίζεται ως «ο αρχαιότερος επιστημονικός σύλλογος της σύγχρονης Ελλάδας»...) καλεί από ραδιοφωνικό σταθμό την κυβέρνηση «να μην προχωρήσει στην εφαρμογή μέτρων, που τα επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή». Η διατύπωση είναι σκοπίμως αμφίσημη: να μην εφαρμόσει τα μέτρα που καταργούν την προστασία του δικηγορικού επαγγέλματος και να εξακολουθήσει την πατροπαράδοτη στάση μας εδώ και τριάντα χρόνια (δηλαδή, να κάνουμε τα κορόιδα απέναντι σε ευρωπαϊκούς κανονισμούς, που έχουμε την υποχρέωση να εφαρμόσουμε...) ή μήπως να τα νομοθετήσει και, στα μουλωχτά, να μην εφαρμόσει όσα νομοθετήσει; Αν είναι το δεύτερο, τότε η Ομοσπονδία Συλλόγων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, το διατυπώνει με περισσότερη ευθύτητα: κατά πληροφορίες μεταδοθείσες από την κρατική τηλεόραση, η ομοσπονδία διοχετεύει ανεπισήμως στους συνομιλητές της ότι, θα αποσύρει την απειλή της απεργίας, εφόσον η κυβέρνηση νομοθετήσει τις μετατάξεις υπαλλήλων της πρώην Ολυμπιακής (που σήμερα απειλούν το μονοπώλιο των ήδη εργαζομένων στην ΥΠΑ), αλλά δεν τις εφαρμόζει στην πράξη.

Μα δεν είναι χάρμα; Καθώς ξεχαρβαλώνεται το «κοινωνικό συμβόλαιο» της Μεταπολίτευσης, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η κοινωνία επιστρέφει στη «φυσική κατάσταση», όπως την περιγράφει ο Χομπς στον «Λεβιάθαν»: ο καθένας για τον εαυτό του και κάθε συντεχνία, από αυτές που παρήγαγαν τη μεσοαστική τάξη των χρόνων της ευημερίας, εναντίον όλων. Η «ανυπακοή», την οποία διατρανώνει η Αριστερά, συγχέεται με τον συντεχνιακό εγωισμό. Με τέτοιες συνθήκες, όταν δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις αγγίζουν πλέον τα συμφέροντα των ισχυρών επαγγελματικών ομάδων, που σχηματίζουν τη ραχοκοκαλιά της μεσαίας τάξης και του κομματικού συστήματος, η πολιτική της κλάψας και του κατευνασμού δεν βοηθούν. Εύκολα τα βάζει κανείς με τους λίγους πλούσιους (έστω και με τα λόγια...), αλλά με τους πολλούς, τα μικρά και συνασπισμένα συμφέροντα πώς μπορεί να τα βάλει; Μπορεί, εφόσον έχει τη διάθεση να αλλάξει πρώτα ο ίδιος.

Ως τώρα, ο πρωθυπουργός μιλάει κατά καιρούς για τη ζοφερή πραγματικότητα (δηλαδή, για τη βαθύτερη χρεοκοπία της χώρας, την πολιτισμική), πάντα όμως σερβίρει την αλήθεια περιτυλιγμένη σε βολικές δικαιολογίες, πραγματικές ή μη: η ανεύθυνη Ν.Δ., η κακιά συγκυρία, το μαύρο το ριζικό μας κ.λπ. Η κυβέρνηση δεν χάνει ευκαιρία να δηλώνει πόσο πονά και υποφέρει με τα μέτρα που αλλάζουν τις χρεοκοπημένες δομές της οικονομίας και μετασχηματίζουν την κοινωνία, αλλά το κάνει επειδή την υποχρεώνει ανωτέρα βία. (Είναι η εκπεσούσα ορφανή, που έγινε υπηρέτρια σε αστικό σπίτι του μεσοπολέμου και υποχρεώνεται να προσφέρει «εξυπηρετήσεις» στον κύριο του σπιτιού, φροντίζοντας μοναχά να μην μείνει έγκυος...) Ο λόγος του πρωθυπουργού και, υποθέτω, η σκέψη του έχουν κάτι για όλους: για εκείνους που αντιλαμβάνονται το δίλημμα «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», αλλά και για τους άλλους, που θεωρούν ότι είμαστε υπό κατοχή και αδημονούν να αποτινάξουμε τον ζυγό και να επιστρέψουμε στην καθιερωμένη ευζωία με δανεικά. Ετσι, το ερώτημα «πόσο θα κρατήσει αυτή η κυβέρνηση;» είναι εύλογο να συζητείται σήμερα παντού - και, πρώτα απ’ όλα, στις τάξεις των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Διότι οι περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι μια εθνική προσπάθεια για τον μετασχηματισμό της χώρας βρίσκεται στα χέρια ενός πρωθυπουργού που πολιτεύεται πρωτίστως ως αρχηγός του ΠΑΣΟΚ και πολύ λιγότερο σαν ηγέτης μιας χώρας σε κατάσταση πολέμου - για να θυμηθούμε την προσφιλή του παρομοίωση για την κατάσταση.

Η ειρωνεία της θέσης του, για όσους γνωρίζουν τον Γιώργο Παπανδρέου, είναι ότι πάντα ήθελε να αλλάξει το ΠΑΣΟΚ και να το προσαρμόσει στη σύγχρονη πραγματικότητα. Τώρα όμως, όπου την αλλαγή επιβάλλουν οι συνθήκες, εκείνος ανησυχεί κυρίως για τον κίνδυνο μην τυχόν και το διαλύσει. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, είναι μέσα στη φύση των ανθρώπων να θέλουν να συντηρήσουν αυτό που τους βόλευε και το χάνουν. (Πόσες είναι οι εταιρείες στην Ελλάδα, που έχουν από 500 υπαλλήλους και πάνω; Πόσες από αυτές εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους επιχορηγούμενες νομίμως από το κράτος και καταχρώνται σταθερά του δικαιώματός τους να προεισπράττουν τις μελλοντικές επιχορηγήσεις; Πόσες μπορούν να δανείζονται άνετα από το τραπεζικό σύστημα και να θεωρούν δεδομένη την κατανόηση των τραπεζιτών;) Και, επίσης, είναι δύσκολο να φαντάζεται κανείς ότι οι άνθρωποι αλλάζουν στα εξήντα. Ακόμη και οι late developers -εδώ που τα λέμε, περισσότερο δύσκολο είναι γι’ αυτούς...