Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Στη Γαλλία αναρωτιούνται γιατί η «εργατική αριστοκρατία» υποφέρει στους χώρους εργασίας

Το πρόσφατο κύμα αυτοκτονιών που συγκλόνισε τη France Τelecom απoκάλυψε ένα παράδοξο στην καρδιά της γαλλικής κοινωνίας: ακόμη και με τα ενισχυμένα μέτρα προστασίας της εργασίας, οι εργαζόμενοι στη χώρα αισθάνονται ανασφαλείς, με πολλούς να διαμαρτύρονται ότι πιέζονται υπερβολικά από τον ρυθμό των οικονομικών αλλαγών. Με στατιστικούς όρους, οι 24 αυτοκτονίες από τον Φεβρουάριο του 2008 στη France Τelecom δεν είναι υπερβολικός αριθμός για μία ομάδα που ξεπερνά τους 100.000 υπαλλήλους. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι ο δείκτης αυτοκτονιών στη Γαλλία είναι 26,4 στις 100.000

για τους άνδρες και 9,2 για τις γυναίκες. Τα ποσοστά αυτά είναι τα πλέον υψηλά στις μεγάλες δυτικές οικονομίες αλλά χαμηλότερα από εκείνα κρατών όπως η Ιαπωνία και το Βέλγιο ή των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι αντίστοιχοι δείκτες είναι 17,7 για τους άνδρες και 4,5 για τις γυναίκες.

Σύμφωνα με ειδικούς, αυτό που έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των γαλλικών μέσων ενημέρωσης, του κοινού και της κυβέρνησης είναι ότι πολλές από τις αυτοκτονίες αποδίδονται σε προβλήματα που σχετίζονται με την εργασία. Η ψυχολόγος Μαρί Φρανς Ιριγκογέν περιέγραψε την «ιδιαίτερη» φύση μερικών αυτοχείρων: ένας άνδρας αυτομαχαιρώθηκε στο στομάχι κατά τη διάρκεια σύσκεψης (και επέζησε), ενώ μία γυναίκα αυτοκτόνησε πηδώντας από τον πέμπτο όροφο του κτιρίου όπου βρισκόταν το γραφείο της. Προσφάτως ένας 51χρονος υπάλληλος που εργαζόταν στη Νοτιοανατολική Γαλλία πήδηξε από γέφυρα αυτοκινητόδρομου. Θεωρείται ότι το εργατικό δυναμικό στη Γαλλία έχει προστατευθεί από τις καταστροφικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και ότι η εργασία είναι εξασφαλισμένη. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, υποστηρίζουν ειδικοί, συνδικαλιστές και εργαζόμενοι.

«Το άγχος έχει γίνει εθνικό σπορ» σημείωσε ο Μισέλ Μαρσέ, γραμματέας μεγάλης συνδικαλιστικής οργάνωσης της Γαλλίας. «Χρειαζόμαστε εργοδότες που θα αλλάξουν τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό θα συμβεί σύντομα». Το υψηλό εργατικό κόστος- ασφάλιση υγείας, ανεργία, συντάξεις- που βαραίνει τους εργοδότες στη Γαλλία δημιουργεί επιφυλακτικότητα για νέες προσλήψεις, καθώς η ασφάλεια της εργασίας σημαίνει πιο δύσκολες απολύσεις. Το υψηλό επίπεδο ζωής στη Γαλλία επετεύχθη χάρη στην υψηλή παραγωγικότητα των υπαλλήλων της χώρας. Ωστόσο ακόμη και πριν από την οικονομική κρίση, υποστηρίζει η δρ Ιριγκογέν, το άγχος που αφορούσε ζητήματα εργασίας είχε αντικαταστήσει τις περισσότερες ανησυχίες των Γάλλων. «Οταν ξεκίνησα να εργάζομαι ως ψυχολόγος, οι ασθενείς μου μιλούσαν για την προσωπική τους ζωή» είπε. «Τώρα μιλούν μόνο για τις δουλειές τους. Ο κόσμος υποφέρει στους χώρους εργασίας. Αλλά σύμφωνα με τη λογική του μάνατζμεντ δεν θα έπρεπε. Εξάλλου έχουν μια καλή δουλειά, καλές διακοπές. Αλλά υποφέρουν». Το 2006 και το 2007 τρεις τεχνικοί που εργάζονταν στις εγκαταστάσεις έρευνας και ανάπτυξης της αυτοκινητοβιομηχανίας Renault αυτοκτόνησαν, σύμφωνα με ανακοίνωση του εκπροσώπου της εταιρείας Μενουά Κοκίγ. Ο Κάρλος Γκοσν, διευθύνων σύμβουλος της Renault, πήγε στις εγκαταστάσεις προκειμένου να συζητήσει με τους εργαζομένους και τα διευθυντικά στελέχη. Λεπτομερή ερωτηματολόγια εστάλησαν σε περισσότερους από 11.000 υπαλλήλους και διενεργήθηκαν κατά πρόσωπο συζητήσεις γύρω από τις συνθήκες εργασίας. Ο κ. Κοκίγ είπε ότι η διοίκηση αποφάσισε να εξηγήσει και πάλι τις βασικές αρχές του μάνατζμεντ στην ιεραρχική κλίμακα της εταιρείας ώστε να γίνουν κατανοητές.

Η France Τelecom προσέλαβε την Τechnologia, την ίδια νομική εταιρεία που συμβούλευσε τη Renault, για να αξιολογήσει την κατάσταση. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι πρόκειται να παγώσει τις μεταθέσεις των υπαλλήλων της ως τα τέλη Οκτωβρίου, να καθιερώσει ανώνυμη «γραμμή βοήθειας» και να προσφέρει επιπλέον ψυχολογική υποστήριξη σε όσους τη χρειάζονται. Ο Ολιβιέ Μπερμπερό, επικεφαλής του τομέα Ανθρωπίνου Δυναμικού της εταιρείας, είπε: «Είμαστε η μοναδική εταιρεία τηλεπικοινωνιών που δεν προχώρησε σε μαζικές απολύσεις». Και πρόσθεσε: «Οι περισσότεροι μπόρεσαν να αναπτύξουν τις ικανότητές τους και να προχωρήσουν σε νέες δουλειές. Κάποιοι όμως είχαν δυσκολία προσαρμογής».