Οχι τι μας μένει ως μέτρο ή πρόθεση πολιτικής. Αν με τα εξαγγελθέντα θα μειωθεί και πότε η ανεργία, αν θα απαλυνθεί η φτώχεια, αν θα αφεθούν τα σχολεία να λειτουργήσουν ή αν θα τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Σπουδαία και ζωτικά όλα αυτά, αλλά ούτως ή άλλως δεν μπορούν να είναι αποτέλεσμα μιας κοινοβουλευτικής συζήτησης. Θα πρέπει να περιμένουμε πολύ για να δούμε αν οι σχεδιασμοί, οι σκέψεις και οι προθέσεις θα έχουν κάποιο αποτέλεσμα.
Για την ώρα ως αποτέλεσμα αναζητούμε κάτι από την ουσία της πολιτικής, κάτι καινούργιο στον τρόπο με τον οποίο ασκείται, κατ’ ανάγκην στη σφαίρα του πολιτικού στοχασμού και της ρητορικής, αλλά επίσης στην ειλικρίνεια και στο ύφος, στις αντιθέσεις και στις συναντιλήψεις. Ποιοι, μέσα στην ποικιλία των αντιλήψεων, «κοινοί τόποι» διαμορφώνονται, ποιες ιδέες συγκρούονται και ποιες πορεύονται παράλληλα.
Αν αρχίσουμε από την κυβέρνηση και ειδικότερα από τον πρωθυπουργό, τον Γιώργο Παπανδρέου, ίσως δεν ακούσαμε κάτι που δεν περιμέναμε ή δεν το έχουμε ξανακούσει, αλλά με τον αέρα της αναπάντεχης εκλογικής του νίκης άφησε την εικόνα της σταθερότητας, της εμμονής και της ελπίδας. Ισως θα χρειασθεί να περιμένουμε πολύ για να γίνει η ελπίδα πράξη. Κουβαλώντας πείρα τουλάχιστον τριών δεκαετιών είμαστε δικαιολογημένα επιφυλακτικοί και το πιο πιθανό είναι να απογοητευθούμε. Οχι μόνο γιατί η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, με συσσωρευμένα προβλήματα και βαθύτατες παθογένειες. Αλλά κυρίως γιατί η κυβερνώσα παράταξη, στο επίπεδο της πολιτικής και της κοινωνίας, σε μεγαλύτερο βαθμό από τις άλλες παρατάξεις, έχει ενσωματώσει μέσα της όλες τις αντιφάσεις. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της από το οποίο η ίδια δεν θέλει να απαλλαγεί, είναι η ουσία της. Είναι δύσκολο να μας πει (και δυσκολότερο να επιδιώξει) τι είδους κράτος θέλει και σε ποια κοινωνία. Και ακόμα δυσκολότερο να αγωνισθεί πολιτικά και ιδεολογικά γι’ αυτό που θέλει και επιδιώκει. Πιστεύω ότι η ασάφεια και η σύγχυση είναι εγγενείς στην κυβερνώσα παράταξη και φάνηκαν πολύ γρήγορα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τα προβλήματα στο λιμάνι του Πειραιά.
Ο νέος πολιτικός λόγος, για πρώτη φορά, έπειτα από πολλά χρόνια, «μη ξύλινος» ανήκει στον υπό παραίτηση πρόεδρο της Ν. Δ., τον Κώστα Καραμανλή. Επισημαίνω τη λεπτομέρεια, κατά τη γνώμη μου διόλου λεπτομέρεια, ότι αυτός ο νέος πολιτικός λόγος βρήκε τη διατύπωσή του ερήμην της γνωστής ρητορικής του ευχέρειας. Είναι σα να μην την καταδέχεται πλέον ή σα να μην είναι το καταλληλότερο εκφραστικό εργαλείο.
Ο Κώστας Καραμανλής μάς πρότεινε ένα νέο είδος αντιπολίτευσης και νέες σχέσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Η μέχρι τώρα σχέση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης είχε καταντήσει παιδαριώδης διελκυστίνδα. Στο διπολικό σχήμα η εκάστοτε αντιπολίτευση προσπαθεί να εισπράξει την πάσης φύσεως και προελεύσεως δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση. Και να την προκαλέσει ή να τη διογκώσει. Γνωρίζει η εκάστοτε αντιπολίτευση ότι αυτός ο δρόμος, η είσπραξη της δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση, είναι ο μόνος που μπορεί να την οδηγήσει στην εξουσία, όταν μάλιστα δεν υπάρχει άλλος να την εισπράξει αποτελεσματικά. Η ίδια λεωφόρος οδήγησε και το ΠΑΣΟΚ στην αναπάντεχη νίκη. Ούτε ιδέες ούτε προτάσεις ούτε προγράμματα. Η δυσαρέσκεια προς τον αντίπαλο είναι αρκετή.
Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Κώστας Καραμανλής για να κατακτήσει την εξουσία το 2004. Τώρα, όμως, μετά την ελευθερία που ενίοτε προκαλεί ο συγκλονισμός της ήττας και της αποχώρησης, μας προτείνει ένα νέο είδος αντιπολίτευσης.
Αν η πρότασή του δυσαρέστησε πολλούς από την παράταξή του είναι γιατί αυτοί έχουν το πρόβλημα και είναι πολύ σοβαρό.

